Η Βουδαπέστη είναι δύο πόλεις, η Βούδα και η Πέστη, που χωρίζονται από τον Δούναβη. Πιστεύω πως εφτά μέρες είναι το λιγότερο που πρέπει να μείνει κάποιος στη πόλη έτσι ώστε να δει όλα τα αξιοθέατα που υπάρχουν εκεί.
Εγώ δυστυχώς έμεινα συνολικά πέντε μέρες, και δε το μετάνιωσα που δε κανόνισα τον χρόνο μου να μείνω λίγο παραπάνω.
Το πρώτο πέρασμα από την πόλη, αν και γρήγορο μου έδωσε μια γεύση για το τι πρόκειται να δούμε. Όμορφα κτίρια, μεγάλα πάρκα, και ένα πανέμορφο ποτάμι.
Με το που κατεβήκαμε από το αεροπλάνο, αφού πήραμε τις αποσκευές μας, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν συνάλλαγμα.
Τα φιορίνια , το νόμισμα τις Ουγγαρίας, είναι σαν τις δικές μας παλιές καλές δραχμές. Έτσι με το που κάνετε συνάλλαγμα θα νιώσετε ότι κρατάτε πολλά λεφτά στα χέρια σας, μιας και θα έχετε χαρτονομίσματα των 10000 (θυμάστε πώς ήταν;), και θέλει λίγο προσοχή στην αρχή, γιατί μπορεί να τα χαλάσετε γρήγορα μιας και θα σας φαίνονται τα πάντα τόσο φθηνά σε σχέση με την Ελλάδα.
Από τις επιλογές του ταξί, του λεωφορείου, και της υπηρεσίας με τα μίνι βαν του αεροδρομίου, για να φτάσουμε στον προορισμό μας στη πόλη, διαλέξαμε το βανάκι, μιας και μας είπαν οτι θα μας άφηνε στον σταθμό τρένων που θέλαμε (Deli pu), για να πάμε στη Simontornya , με τελικό προορισμό την Οζόρα.
Με το που βγήκαμε απο το αεροδρόμιο, ήρθαμε αντιμέτωποι με την κίνηση των δρόμων. Έτσι ο οδηγός φρόντισε να μας πάει μέσα από τα στενά της πόλης, περνώντας από πεζόδρομους και πάρκα, αν και στην αρχή φοβηθήκαμε λίγο, γιατί ήταν αυτό που λέμε “γκαζοφωνιάς”.
Φτάσαμε στο σταθμό των τρένων 8 το πρωί, και αφού βγάλαμε τα εισιτήρια για τη Simontornya, αποφασίσαμε να κάνουμε μια μικρή βόλτα και να κάτσουμε να πιούμε ένα καφέ, για να περιμένουμε να περάσει η ώρα, μιας και το τρένο έφευγε στις 11.
Είχαμε να ξοδέψουμε 3 ώρες, αλλά με όλα τα πράγματα φορτωμένοι (είχαμε εξοπλισμό για camping μιας και πηγαίναμε στο φεστιβάλ), μας ήταν δύσκολο να περπατάμε για πολύ ώρα.
Στο κάτω μέρος του σταθμού, έχει διάφορα μαγαζάκια. Σε όλα αυτά ήταν και μια μικρή καφετέρια με τραπεζάκια έξω, και μιας και περνούσε πολύς κόσμος, είπαμε να κάτσουμε εκεί για καφέ, να χαζεύουμε και τον κόσμο που πάει στις δουλειές του. Εκεί καταλάβαμε και πόσο πολύ αρέσει το αλκοόλ στους Ούγγρους.
Δε πέρασε πολύ ώρα που καθόμασταν, και παρατηρήσαμε το εξής παράδοξο. Άνθρωποι με χαρτοφύλακες και κουστούμια, που προφανώς πηγαίναν στη δουλειά τους, ερχόντουσαν στη καφετέρια, παίρναν ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας, το πίνανε στα όρθια, και φεύγανε. Όταν είδαμε τον πρώτο να το κάνει αυτό νομίζαμε ότι ο τύπος ήταν αλκοολικός, όταν είδαμε και τον δεύτερο, απλά σκεφτήκαμε “να και άλλος ένας”, αλλά όταν είδαμε ότι αυτό γινόταν σχεδόν συνέχεια, τότε σιγουρευτήκαμε. Οι Ούγγροι έχουν παράξενη σχέση με το ποτό. Τελικά είπαμε να μπούμε και εμείς στο κλίμα, και αρχίσαμε να πίνουμε μπύρες από τις 9 το πρωί, μέχρι τις 11 που έφευγε το τρένο 
Μετά από εφτά υπέροχες μέρες στην Οζόρα, γυρίζαμε στη Βουδαπέστη με σκοπό να μείνουμε λίγες μέρες να δούμε την πόλη. Σε όλο το ταξίδι με το τρένο, έριχνε πολύ δυνατή βροχή, και το ίδιο γινόταν και στη πόλη.
Κατεβήκαμε από το τρένο και πήγαμε γρήγορα στο ημιυπόγειο μέρος του σταθμού να σκεφτούμε τι θα κάνουμε.
Να πω ότι είμαστε άνθρωποι που δε ψάχνουν ξενοδοχεία από πριν, και όπως πάντα δεν είχαμε προβλέψει να κάνουμε κάποια κράτηση από πριν, ή να ψάξουμε στο ίντερνετ να βρούμε κάποιο ξενοδοχείο να το έχουμε στα υπόψιν. Βέβαια είχαμε σκεφτεί ότι θα βρίσκαμε ένα net caffe στη πόλη, και θα ψάχναμε από εκεί, αλλά δεν υπολογίσαμε ούτε οτι θα φτάναμε βράδυ, και ούτε ότι θα έριχνε τέτοια βροχή και μάλιστα ασταμάτητα.
Βρήκαμε ένα ταξί, και αφού εξηγήσαμε στον οδηγό την κατάσταση, μας ζήτησε 10 euro, για να μας βρει ξενοδοχείο να μείνουμε, τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ. Δε το σκεφτήκαμε και πολύ, μιας και δεν είχαμε που να πάμε.
Αν και σκεφτήκαμε ότι μας ζήτησε πολλά, τελικά με όσα τράβηξε ο άνθρωπος για να μας βρει ξενοδοχείο, είπαμε χαλάλι του. Αυτά που είδαμε στη διαδρομή, μας θύμισαν αρκετά την Ελλάδα, με τις πλημμύρες από τις βροχές. Πλημμυρισμένοι δρόμοι, σπασμένα κλαδιά, άλλοι δρόμοι κλειστοί, γενικά γινόταν ένας χαμός. Ο ταξιτζής εξυπηρετικότατος, όταν φτάναμε σε κάποιο ξενοδοχείο, κατέβαινε ο ίδιος κάτω, ρώταγε αν υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο, ρώταγε και για την τιμή, και ερχόταν και μας τα έλεγε. Το έκανε αυτό σε πάνω από 10 ξενοδοχεία, μέχρι που καταλήξαμε σε ένα guest house, δίπλα από τις εστίες ενός πανεπιστημίου.
Μάθαμε ότι εκείνη η μέρα, ήταν μέρα μεγάλης εθνικής εορτής. Η μέρα του Αγ. Στεφάνου.
Δυστυχώς εμείς δε προλάβαμε να πάμε στους εορτασμούς, μιας και μέχρι να τακτοποιηθούμε, είχαν τελειώσει οι εορτασμοί. Τουλάχιστον προλάβαμε να δούμε τα πυροτεχνήματα, τα οποία ήταν πολύ εντυπωσιακά, και υπήρχαν σε όλες τις γέφυρες. Όταν σταμάτησε η βροχή κάναμε τη πρώτη βραδινή μας βόλτα στη πόλη. Δεν είχε μείνει πολύς κόσμος στον δρόμο λόγο του καιρού.
Όταν γυρίσαμε Ελλάδα μάθαμε από τις ειδήσεις ότι έχασαν πέντε άνθρωποι τη ζωή τους.
Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία από τη Βουδαπέστη.
Σύντομα θα ακολουθήσουν και άλλες .
Κάντε κράτηση σε ένα ξενοδοχείο στη Βουδαπέστη
Τελευταία σχόλια